προσπίπτω


προσπίπτω
προσ|πίπτω (τινά / τινί) 1. попадаться кому, встречать кого; 2. припадать к кому, умолять о чем

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "προσπίπτω" в других словарях:

  • προσπίπτω — προσπίπτω, προσέπεσα βλ. πίν. 141 Σημειώσεις: προσπέφτω – προσπίπτω : η έννοια διαφοροποιείται. Το προσπέφτω σημαίνει → πέφτω στα γόνατα και εκλιπαρώ, ενώ το προσπίπτω σημαίνει → (για ακτίνα κτλ.) στη φορά μου συναντάω επιφάνεια ή σημείο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσπίπτω — ΝΜΑ 1. πέφτω πάνω σε κάποιον ή κάτι, προσκρούω 2. υποπίπτω στην αντίληψη κάποιου 3. προσπέφτω («προσπεσὼν δ αὐτῷ... ἱκέτευε», Πλάτ.) αρχ. 1. πέφτω στην αγκαλιά κάποιου, τόν αγκαλιάζω 2. ασχολούμαι με κάτι με προσοχή και αφοσίωση 3. συναντώ… …   Dictionary of Greek

  • προσπίπτω — προσπί̱πτω , προσπίτνω fall upon pres subj act 1st sg προσπί̱πτω , προσπίτνω fall upon pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσπτωση — η / πρόσπτωσις, ώσεως, ΝΑ [προσπίπτω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσπίπτω, η πτώση πάνω σε κάτι 2. πρόσκρουση, σύγκρουση με κάτι ή πάνω σε κάτι νεοελλ. 1. φυσ. η άφιξη ενός κινούμενου σώματος ή, συνήθως, μιας δέσμης ηλεκτρομαγνητικής ή… …   Dictionary of Greek

  • προσπέφτω — προσπέφτω, πρόσπεσα βλ. πίν. 193 Σημειώσεις: προσπέφτω – προσπίπτω : η έννοια διαφοροποιείται. Το προσπέφτω σημαίνει → πέφτω στα γόνατα και εκλιπαρώ, ενώ το προσπίπτω σημαίνει → (για ακτίνα κτλ.) στη φορά μου συναντάω επιφάνεια ή σημείο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πέφτω — ΝΜ 1. φέρομαι από το βάρος μου από πάνω προς τα κάτω (α. «πέφτει χιόνι» β. «πέφτει βροχή» γ. «έπεσε ένα κεραμίδι και τόν χτύπησε») 2. αποσπώμαι από τη θέση μου και φέρομαι προς τα κάτω, αποπίπτω (α. «έχω καιρό π αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου» …   Dictionary of Greek

  • πίπτω — ΝΜΑ και αιολ. τ. πίσσω Α ρίχνω τον εαυτό μου κάτω, πέφτω (α. «αὐτὸν πρηνέα δὸς πεσέειν», Ομ. Ιλ. β. «βάρβαροι γυναῑκες, οὕτως ἐκπεπληγμέναι φόβῳ πρὸς πέδῳ πεπτώκατ », Ευρ). νεοελλ. (η μτχ. αρσ. πληθ. αόρ. ως ουσ.) οι πεσόντες οι νεκροί σε πεδία… …   Dictionary of Greek

  • ποτιπίπτω — Α (δωρ. τ.) προσπίπτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος του πρός + πίπτω] …   Dictionary of Greek

  • προκαλινδούμαι — έομαι, Α κυλιέμαι, πέφτω μπροστά στα πόδια κάποιου, προσπίπτω («προκαλινδουμένη τῶν ποδῶν ἱκετεύης», Αρισταιν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + καλινδοῦμαι «κυλιέμαι»] …   Dictionary of Greek

  • προσ- — ΝΜΑ α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση πρός και εμφανίζει τις εξής σημασίες: α) επίταση ή επαύξηση τής σημ. τού β συνθετικού (πρβλ. προσ αυξάνω, προσ έτι, προσ θέτω, πρόσ οδος, προσ φιλής, πρόσ χαρος) β) την… …   Dictionary of Greek

  • συμπροσπίπτω — Α [προσπίπτω] 1. συμβαίνω ταυτόχρονα με κάτι άλλο 2. έρχομαι στον νου ταυτόχρονα με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek